ἑρμαγέλη

ἑρμᾰγέλη, ,
A a herd of Hermae, AP11.353.6 (Pall.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερμαγέλη — ἑρμαγέλη, ἡ (Α) μέγα πλήθος, αγέλη τέκνων που γεννήθηκαν από την Ερμιόνη. [ΕΤΥΜΟΛ. θ. Ερμ τού Ερμιόνη + αγέλη] …   Dictionary of Greek

  • ἑρμαγέλην — ἑρμαγέλη a herd of Hermae fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.